Fall in Love With a Log


Texts by S. Bahtsetzis / Κείμενα: Σ. Μπαχτσετζής

After receiving an invitation for Skowhegan, an intensive nine-week summer residency program for emerging visual artists established in 1946 in Maine, the artist developed a new project focusing on the specificities of the surrounding natural and social environment. Maine, nicknamed as “The Pine Tree State”, is the northern and easternmost portion of United States known for its scenery—its rocky coast and its mountainous, heavily forested interior. According to the residency’s philosophy, Skowhegan is neither a school in the traditional sense nor a retreat, but it draws its vitality from the community. Combining these two essential characteristics of the place (natural environment and artists’ community), the artist created a new experimental project, entitled “Fall in Love with the Log.” The project is a metaphor about the contemporary lack of grounding, natural decay, sociability and ecological thinking. This series of projects function in the same artistic logic as the New York projects by employing methods of incessant transformation and circular restaging of materials.


Έπειτα από πρόσκληση για συμμετοχή στο Skowhegan, ένα εντατικό εννιάμηνο καλοκαιρινό πρόγραμμα φιλοξενίας για ανερχόμενους εικαστικούς καλλιτέχνες που ιδρύθηκε το 1946 στην πολιτεία του Maine, ο καλλιτέχνης ανέπτυξε ένα νέο έργο εστιάζοντας στις ιδιαιτερότητες του φυσικού και κοινωνικού περιβάλλοντος. Η πολιτεία του Maine, που είναι γνωστή και με το υποκοριστικό όνομα «η πολιτεία των πεύκων», είναι το βορειότερο και ανατολικότερο τμήμα των Ηνωμένων Πολιτειών γνωστή για το  φυσικό τοπίο —την βραχώδη ακτή καθώς και την ορεοβριθή και εξαιρετικά δασώδη ενδοχώρα. Σύμφωνα με τους προγραμματικούς στόχους του προγράμματος, το Skowhegan δεν είναι ούτε σχολή με την παραδοσιακή έννοια του όρου ούτε ησυχαστήριο, αλλά αντλεί τη ζωτικότητά του από την κοινότητα. Συνδυάζοντας αυτά τα δύο σημαντικά χαρακτηριστικά του τόπου (φυσικό περιβάλλον και καλλιτεχνική κοινότητα) ο καλλιτέχνης δημιούργησε ένα νέο πειραματικό έργο, με τίτλο “Fall in Love with the Log.” Το έργο λειτουργεί ως μεταφορά για τη σύγχρονη έλλειψη υπόβαθρου, τη φυσική φθορά, την κοινωνικότητα και την οικολογική σκέψη. Αυτή η σειρά έργων ακολουθεί την ίδια καλλιτεχνική λογική, όπως και τα έργα που πραγματοποιήθηκαν στη Νέα Υόρκη υιοθετώντας μεθόδους βαθμιαίας μεταμόρφωσης υλικών και κυκλικής αναδιοργάνωσης.

Cleaning the log


Finding and cleaning a thirty five-feet-long log of a poplar tree that had been lying on the ground of a forested area next to the art center was the initial step. The enigmatic fallen tree created the scenery for a new artistic research project concerning the reasons of this self-evident “natural failure.” The artist has cleaned the log during a video documented performance of intensive labor lasting six hours, while resembling both an archaeologist and a botanist at work. Laying bare the roots system of the tree functions symbolically as an examination and fact-finding process. Putting forward questions concerning the conditions of the fall of the trunk intends to create a new point of attention and provide with material for the subsequent creation of a “social sculpture.”


Το πρώτο βήμα ήταν να βρεθεί και να καθαριστεί ένας κορμός λεύκας τριάντα πέντε ποδιών, που κειτόταν στο έδαφος σε μια δασώδη περιοχή δίπλα στο κέντρο τέχνης. Το για άγνωστους λόγους πεσμένο στο έδαφος δέντρο δημιούργησε το σκηνικό για μία νέα καλλιτεχνική έρευνα γύρω από τα αίτια αυτής της προφανούς «φυσικής αποτυχίας». Προσομοιάζοντας με αρχαιολόγο ή με βοτανολόγο εν ώρα εντατικής εργασίας ο καλλιτέχνης καθάρισε τον κορμό σε μία βιντεοσκοπημένη δράση έξι ωρών. Το γεγονός ότι αποκαλύπτονται οι ρίζες του δέντρου λειτουργεί συμβολικά ως προσεκτική εξέταση και διεργασία εύρεσης γεγονότων. Θέτοντας ερωτήσεις αναφορικά με τις συνθήκες της πτώσης του κορμού δημιουργείται ένα νέο σημείο εστίασης της προσοχής και παρέχεται υλικό για την ακόλουθη δημιουργία ενός «κοινωνικού γλυπτού».

Log in people


The entire artistic endeavor was accompanied by a series of discussions that evolved around the technical and social framework of the initial project with people who had been directly involved with the project. In the video-interview with the ranger Bill Holmes, the artist creates in an almost interrogative way a personal account of all possible parameters in reference to the planned action.  Similarly, the video-interview with Craig Witt appears to be less small talk and more a personal confession with metaphysical overtones. The entire cast of participants, fellow artists of Skowhegan, who had been invited to assist the artist, was also interviewed in the video “Can You Describe What You Think of Me?” Interestingly enough, the responses given in these video-interviews seem to be not simply a subjective description of the person of the artist, but rather an account of the relation between the artist and the interviewees, functioning more or less as their mirror. This section is completed with the video “Personal Interview,” in which the artist unfolds in a self-interrogating and rather anxious way his personal doubts concerning the viability of the project.


Όλη η καλλιτεχνική προσπάθεια συνοδεύτηκε από μία σειρά συζητήσεων γύρω από το τεχνικό και κοινωνικό πλαίσιο του αρχικού έργου με άτομα που ενεπλάκησαν άμεσα μ’ αυτό. Στη βιντεοσκοπημένη συνέντευξη με τον δασονόμο Μπιλ Χολμς, ο καλλιτέχνης παρέχει με ένα σχεδόν ανακριτικό τρόπο μία προσωπική περιγραφή όλων των πιθανών παραμέτρων της προγραμματισμένης δράσης. Αντίστοιχα η βιντεοσκοπημένη συνέντευξη με τον Κρεγκ Ουίτ μοιάζει λιγότερο με συζήτηση και περισσότερο με προσωπική εξομολόγηση με σχεδόν μεταφυσικό απόηχο. Το σύνολο των συμμετεχόντων, φίλων καλλιτεχνών του Skowhegan, που κλήθηκαν να βοηθήσουν τον καλλιτέχνη, συμμετείχαν επίσης στις συνεντεύξεις του βίντεο “Can You Describe What You Think of Me?” Έτσι όπως εμφανίζονται στις βίντεο-συνεντεύξεις οι απαντήσεις που δόθηκαν μοιάζουν να λειτουργούν όχι απλώς ως υποκειμενική περιγραφή του ατόμου του καλλιτέχνη, αλλά μάλλον ως περιγραφή της σχέσης ανάμεσα στον καλλιτέχνη και τους συνεντευξιαζόμενους, λειτουργώντας λίγο-πολύ ως ο καθρέφτης τους. Αυτή η ενότητα κλείνει με το βίντεο “Personal Interview,” στο οποίο ο καλλιτέχνης ξετυλίγει με έναν αυτό-ανακριτικό και μάλλον αγωνιώδη τρόπο τις προσωπικές του αμφιβολίες αναφορικά με τη βιωσιμότητα του έργου.

Carrying the log


The important part of the overall project was to mobilize others and create the consensual group of volunteers willing to participate in an almost impossible mission, designed to fail. More than one hundred people, artists and residency fellows from Skowhegan, gathered together in an action directed by the artist in order to carry the log away and transport it to the camp. After three failed attempts to lift the log weighting almost 6 tones, an alternative had to be found. Following a collective decision, the log was chopped with a chainsaw into slices and carried away, while the entire procedure has been documented in a series of videos and photographs.


Το σημαντικό μέρος στο σύνολο του έργου ήταν να κινητοποιηθούν και άλλοι συμμετέχοντες και να δημιουργηθεί μια ομάδα εθελοντών, πρόθυμων να συμμετέχουν σε μία σχεδόν αδύνατη αποστολή που ήταν προορισμένη να αποτύχει. Περισσότερα από εκατό άτομα, καλλιτέχνες και συμμετέχοντες στο πρόγραμμα φιλοξενίας του Skowhegan, συγκεντρώθηκαν για μία δράση που κατεύθυνε ο καλλιτέχνης με στόχο να απομακρύνουν τον κορμό και να τον μεταφέρουν στην κατασκήνωση. Έπειτα από τρεις αποτυχημένες προσπάθειες να σηκώσουν τον κορμό που ζύγιζε σχεδόν έξι τόνους, έπρεπε να βρεθεί μία εναλλακτική λύση. Κατόπιν συλλογικής απόφασης, ο κορμός απομακρύνθηκε εφόσον τεμαχίστηκε με αλυσοπρίονο, ενώ η όλη διαδικασία καταγράφηκε σε μία σειρά βίντεο και φωτογραφιών.

Stepping on the log


Based on the experience of the failed attempts to transport the log just with manual work, the artist constructed another device with the aim to test both social bonds and the viability of an “impossible” undertaking. Using the wooden slices of the log he constructed a walking platform, a narrow path on the water of the lake of Skowhegan. In the form of an informal game, participators were invited to test their ability “to walk on water” with the expected results. The wooden pieces of poplar remained in the water for 23 days. The documentation video of this action is indeed a playful intervention into the peaceful landscape of Skowhegan.


Στη βάση της εμπειρίας των αποτυχημένων προσπαθειών να μεταφερθεί ο κορμός στα χέρια, ο καλλιτέχνης επινόησε ένα άλλο τέχνασμα με σκοπό να δοκιμάσει τόσο τους κοινωνικούς δεσμούς όσο και τη βιωσιμότητα ενός «αδύνατου» εγχειρήματος. Με τη χρήση των κομματιών ξύλου από τον κορμό κατασκεύασε μια κινούμενη πλατφόρμα, ένα στενό μονοπάτι που επέπλεε στο νερό της λίμνης του Skowhegan. Ως ένα άτυπο παιχνίδι, οι συμμετέχοντες κλήθηκαν να δοκιμάσουν την ικανότητά τους να «περπατήσουν πάνω στο νερό» με τα προσδοκώμενα αποτελέσματα. Τα κομμάτια του ξύλου παρέμειναν στο νερό για είκοσι τρεις μέρες. Το βίντεο καταγραφής αυτής της δράσης αποτελεί πράγματι μία παιγνιώδης παρέμβαση στο γαλήνιο τοπίο του Skowhegan.

Removing the Log

The Bonfire log


The next step of the project was to try to burn the wet wooden pieces in a controlled outdoor fire. It was completed with the wet wood that was piled in the form of a high blast – furnace. The wooden structure of the bonfire was carefully designed, in order to provide the greatest efficiency and burn quickly in temperatures of almost 2500 degrees C. The experiment was successful with the use of a technique borrowed by the functioning principle of jet engines. The structure could pump in air that overheats through the tunnel in order to achieve the high temperature of this laboratory-like bonfire. The bonfire was also a symbolic gesture of communal experience, as in the United States such a celebratory bonfire is often held in order to celebrate the end of an event or gathering, such as the end of high school or college, or the closing of a Summer Camp session. This semi-ritualistic, semi-laboratory-like event was documented in a slide show audio installation.


Το επόμενο στάδιο του έργου ήταν να επιχειρηθεί η καύση των υγρών κομματιών ξύλου σε μία ελεγχόμενη υπαίθρια πυρά. Ολοκληρώθηκε με τη χρήση του υγρού ξύλου ως καύσιμο το οποίο στοιβάχθηκε δημιουργώντας ένα είδος ψηλής υψικαμίνου. Η ξύλινη κατασκευή της εορταστικής πυράς σχεδιάστηκε προσεκτικά έτσι ώστε να έχει τη μέγιστη δυνατή αποδοτικότητα και με στόχο την ταχεία καύση του υλικού σε θερμοκρασία σχεδόν 2500 βαθμών Κελσίου. Το πείραμα πέτυχε χάρη στην χρήση μίας τεχνικής που ο καλλιτέχνης δανείστηκε από την αρχή λειτουργίας του κινητήρα jet. Η κατασκευή μπορούσε μέσω μίας σήραγγας να διοχετεύσει αέρα που υπερθερμαίνονταν, ώστε να επιτευχθεί η υψηλή θερμοκρασία αυτής της εργαστηριακού τύπου πυράς. Η πυρά λειτούργησε επίσης ως συμβολική χειρονομία κοινής εμπειρίας, καθώς στις Ηνωμένες Πολιτείες τέτοιου είδους εορταστικής πυράς ετοιμάζεται για να εορταστεί το τέλος μίας εκδήλωσης ή μιας συγκέντρωσης, όπως το τέλος της εκπαιδευτικής περιόδου ή το τέλος μίας καλοκαιρινής κατασκήνωσης. Αυτή η ημι-τελετουργική, ημί-εργαστηριακή εκδήλωση καταγράφηκε σε μία ακουστική εγκατάσταση.

The Bon Fire Portaits